διασχίζω

διασχίζω, διέσχισα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διασχίζω — cleave asunder pres subj act 1st sg διασχίζω cleave asunder pres ind act 1st sg διασχίζω cleave asunder pres subj act 1st sg διασχίζω cleave asunder pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασχίζω — (AM διασχίζω) 1. διχοτομώ, διατέμνω 2. σχίζω ή διαπερνώ σ όλη την έκταση νεοελλ. διατρέχω απ άκρου σ άκρο («διέσχισε το πλήθος», «ο Δούναβις διασχίζει την Κεντρική Ευρώπη») αρχ. μέσ. 1. (για στρατιώτες) χωρίζομαι, ξεκόβω από την ομάδα 2.… …   Dictionary of Greek

  • διασχίζω — [диасхизо] р. рассекать, проникать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διασχίζω — διάσχισα και διέσχισα 1. διατέμνω κάτι περνώντας μέσα απ’ αυτό: Ο Νείλος διασχίζει μεγάλο μέρος της Αιγύπτου. 2. διαπερνώ απ’ άκρη σ’ άκρη: Διασχίσαμε όλη την παραλία πριν φτάσουμε στα βράχια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασχίσω — διασχίζω cleave asunder aor subj act 1st sg διασχίζω cleave asunder fut ind act 1st sg διασχίζω cleave asunder aor subj act 1st sg διασχίζω cleave asunder fut ind act 1st sg διασχίζω cleave asunder aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) διασχίζω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασχιζομένων — διασχίζω cleave asunder pres part mp fem gen pl διασχίζω cleave asunder pres part mp masc/neut gen pl διασχίζω cleave asunder pres part mp fem gen pl διασχίζω cleave asunder pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασχιζόμενον — διασχίζω cleave asunder pres part mp masc acc sg διασχίζω cleave asunder pres part mp neut nom/voc/acc sg διασχίζω cleave asunder pres part mp masc acc sg διασχίζω cleave asunder pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασχισθέντα — διασχίζω cleave asunder aor part pass neut nom/voc/acc pl διασχίζω cleave asunder aor part pass masc acc sg διασχίζω cleave asunder aor part pass neut nom/voc/acc pl διασχίζω cleave asunder aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασχίζει — διασχίζω cleave asunder pres ind mp 2nd sg διασχίζω cleave asunder pres ind act 3rd sg διασχίζω cleave asunder pres ind mp 2nd sg διασχίζω cleave asunder pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασχίζον — διασχίζω cleave asunder pres part act masc voc sg διασχίζω cleave asunder pres part act neut nom/voc/acc sg διασχίζω cleave asunder pres part act masc voc sg διασχίζω cleave asunder pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.